Ο Πάνος Κατσιμίχας μιλάει στο Agios Dimitrios News για το «δικό του» Μπραχάμι!

1574

Ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας, γνωστοί και ως αδελφοί Κατσιμίχα ή Κατσιμιχαίοι μεγάλωσαν και έζησαν για πολλά χρόνια στον Άγιο Δημήτριο. Ο Πάνος μίλησε στο Agios Dimitrios News και μας μεταφέρει όλες τις εικόνες που έχει από τον Δήμο από τα 32 χρόνια που έζησε εδώ. Άλλωστε το πατρικό του σπίτι βρίσκεται ακόμα στον Άγιο Δημήτριο και εκεί μένουν οι γονείς του αλλά και ο αδερφός του, Χάρης.

Οι Κατσιμιχαίοι έγιναν γνωστοί μετά από τη συμμετοχή τους στους Μουσικούς Αγώνες της Κέρκυρας, που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις το 1982, όπου και βραβεύτηκαν για το τραγούδι «Μια βραδιά στο λούκι». Το 1985 κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο με τίτλο «Ζεστά Ποτά» και από τότε μέχρι σήμερα έχουν γνωρίσει τεράστια επιτυχία με τους δίσκους και τα υπέροχα τραγούδια που γράφουν και ερμηνεύουν άλλοτε ή ίδιοι και άλλοτε γνωστοί και καταξιωμένοι καλλιτέχνες.

Πόσα χρόνια ζήσατε στον Άγιο Δημήτριο;

Έζησα στον Αγ.Δημήτριο 32 χρόνια, αν εξαιρέσεις τα χρόνια του στρατού και τον καιρό που έμεινα στο Βερολίνο. Από ‘κει και μετά έζησα στο Καλαμάκι, τη Ν.Σμύρνη, το Ν.Κόσμο, πάντα κοντά προς το Μπραχάμι και τα νότια προάστια. Εξάλλου, εδώ είναι το πατρικό μου , έρχομαι σχεδόν κάθε μέρα, γιατί εδώ θεωρώ ότι είναι η βάση μου.

Ποια στέκια σας στον Άγιο Δημήτριο δεν ξεχνάτε;

Εκτός από το »Ρεμούτσικο», την ταβέρνα του Κώστα του Δήμα, όπου πήγαινα αρχές της δεκαετίας του `80 , τα στέκια της εφηβείας μου, δεν υπάρχουν πια. Εννοώ τα στέκια που ήταν γύρω από την παλιά εκκλησία του Αγ.Δημητρίου. Δηλαδή το καφενείο του »Σαϊνη», τα μπιλιάρδα του μπάρμπα -Τάσου, την ταβέρνα του κυρ Νίκου εκεί στο ξεκίνημα της Αιγαίου, που είναι τώρα τα  » Αγραφα», την καφετέρια του Ντέντε.. Τα θυμάμαι όλα αυτά τα στέκια με συγκίνηση και νοσταλγία. Πλην όμως, δεν υπάρχουν πια.

Τι είναι αυτό που σας άρεσε στον Άγιο Δημήτριο καθώς μεγαλώνατε;

Δε μπορώ να μη θυμηθώ πίσω στη δεκαετία του ’60 τις αλάνες, τα άδεια οικόπεδα, που βγαίναμε και παίζαμε πιτσιρικάδες ποδόσφαιρο, μέχρι που νύχτωνε και μετά άρχιζε ο πόλεμος. Ινδιάνοι και καουμπόηδες, κλέφτες και αστυνόμοι, παιχνίδια αθώα της εποχής, όταν δεν υπήρχε τηλεόραση ούτε ηλεκτρονικά παιχνίδια, ούτε ίντερνετ. Όλα γίνονταν στους δρόμους. Ο Αγ. Δημήτριος ήταν τότε μια απόμερη συνοικία, και εδώ ζήσαμε τα μαθητικά μας χρόνια, το δημοτικό , το γυμνάσιο ( στο στενό του Μαλτέζου) μέχρι που ήρθε το πανεπιστήμιο, η ενηλικίωση και  καθένας αναγκαστικά πήρε το δρόμο  του. 

Τέλος πάντων ας  κάνω έτσι με δυο λόγια μια αναδρομή..

Θυμάμαι λοιπόν ότι  στα τέλη ’60 , αρχές ’70, ο τόπος συνάντησης, ήταν γύρω από την πλατεία, στην εκκλησία του Αγ.Δημητρίου, εκεί κανένα τάβλι, κανέναν καφέ, συζήτηση, σινεμά στην »Ατλαντίδα», βόλτα τα Σάββατα στην Πλάκα κι έτσι μεγαλώσαμε. Ήσυχα και λιτά, χωρίς μεγάλες απαιτήσεις. Με αγαπημένους φίλους, καλούς γείτονες, με ανοιχτά σπίτια,  μιας και κανένας τότε δεν κλειδωνόταν μέσα. Μπορείς να φανταστείς ότι κοιμόμασταν στην ταράτσα το καλοκαίρι; Μετά άλλαξε κι αγρίεψε η ζωή. Πάντως εκείνα τα χρόνια έτσι ήταν, άλλα χρόνια, άλλα ήθη, πολύτιμες αναμνήσεις για μένα.

Τι θεωρείτε ότι πρέπει να αλλάξει στον Άγιο Δημήτριο;

Τίποτα δε θα άλλαζα. Να αλλάξουμε δηλαδή και τι να γίνουμε Γλυφάδα; Κηφισιά;

Αφήστε τον Αγ.Δημήτριο όπως είναι. Έχει στυλ.

Το μόνο που θα πρότεινα στη δήμαρχο,τη  Μαρία την Ανδρούτσου, που έχει ανοιχτό μυαλό, είναι να έπαιρνε κάποια στιγμή ο δήμος το παλιό σινεμά »Αττικόν» (απέναντι ακριβώς από το δημαρχείο είναι) κλειστό εδώ και χρόνια.. Κάποτε το Μπραχάμι  είχε 3-4 κινηματογράφους, το »Αττικόν», τον »Αστέρα», πιο πάνω προς την Παναγίτσα  τη »Μπέλλα»(καλοκαιρινό σινεμά αυτό) και κάτω στο νέο τέρμα ήταν η »Λούλα», σούπερ μάρκετ κι αυτό, εδώ και πολλές δεκαετίες. Επίσης υπήρχε κι ένα ακόμα απέναντι ( μέσα  στο στενό δίπλα από το ταχυδρομείο) στις Ελιές, που λέγαμε παλιά. Πάει, έκλεισε κι αυτό.

Ας πάρει ο δήμος το παλιό »Αττικόν» κι ας το μετατρέψει σε έναν δημοτικό κινηματογράφο. Έστω και συμβολικά αυτό θα ήταν κάτι πολύ όμορφο και θα έδενε με έναν συγκινητικό  τρόπο, το παρελθόν, με το παρόν και το μέλλον.

Θα επιστρέφατε κάποια στιγμή στη γειτονιά;

Μα δεν είναι ανάγκη να επιστρέψω, γιατί ουσιαστικά δεν έφυγα ποτέ .Οι παλιοί γνωστοί,  οι παλιοί γείτονες με βλέπουν μέρα παρά μέρα όλα αυτά τα χρόνια, να πίνω καφέ εδώ στη γειτονιά μου, να περιμένω ταξί τα βράδια στην Αγ.Δημητρίου και γενικά να σουλατσάρω με το Χάρη στους ίδιους δρόμους όπως κάποτε, όπως πάντα, σα να μην πέρασε ούτε μια στιγμή. Από τον Αγιο Δημήτριο  ουσιαστικά δε φύγαμε ποτέ. Εξάλλου ο Χάρης, εδώ εδώ και  δέκα χρόνια μένει στο πατρικό, πάνω αυτός, κάτω οι γέροι μας, ευτυχώς δόξα τω θεώ ζουν ακόμα. Εδώ ψηφίζω,  εδώ έχω τα δικαιώματά μου και τυπικά και ουσιαστικά. Βλέπω καμιά φορά  τους πιτσιρικάδες που πίνουν καφέ στον πεζόδρομο του ΙΚΑ και σκέφτομαι φωναχτά   » εδώ έκανα εγώ γυμναστικές επιδείξεις με το δημοτικό σχολείο του Παπαδόπουλου.» Σουρεάλ ε;

Πριν λίγο καιρό έφυγε από τη ζωή ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Πως βιώσατε το άκουσμα αυτής της είδησης; Τι σχέσεις είχατε;

Με τον συγχωρεμένο το Λαυρέντη γνωριζόμασταν από πολύ παλιά. Από το `80. Πριν ακόμα κάνουμε εμείς τα  »Ζεστά Ποτά»  και πριν ξεκινήσει εκείνος καριέρα μόνος του. Γνωριζόμασταν αρκετά καλά, συμπαθούσαμε ο ένας τον άλλον, αλλά δεν κάναμε πολλή παρέα γιατί μέναμε μακριά και δεν είχαμε τις ίδιες παρέες. Πολύ καλός καλλιτέχνης. Συναντηθήκαμε μουσικά, όταν ένα πρωί τραγουδήσαμε στο στούντιο  »Σιέρρα» , στη Μεσογείων, το 1988, νομίζω,  ανήμερα του Πάσχα. Ήτανε ο Λαυρέντης, εγώ κι ο Χάρης , ο Αντώνης Βαρδής, που τότε εμφανιζόταν στη δισκογραφία, και τραγουδήσαμε ένα εμβληματικό τραγουδι. Μιλάω για το »Σχήμα  Λόγου» (Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα), που τους στίχους  είχε γράψει ο Κώστας ο Τριπολίτης.

Η είδηση του θανάτου του με συγκλόνισε. Όπως και η είδηση του θανάτου του Αντώνη του Βαρδή πριν μερικά χρόνια. Πώς να το κάνουμε; Όταν τα καλοκαίρια τραγουδάω σε συναυλίες μου το τραγούδι αυτό, δε γίνεται παρά να ανακαλέσω μνήμες, στιγμές πολύτιμες και να θυμηθώ αυτούς τους δυο καλούς φίλους που τόσο νωρίς φύγανε από κοντάς μας.

Πώς σκεφτήκατε να πείτε το Ανόητες Αγάπες με τους Πυξ Λαξ. Μας μεταφέρετε λίγο το χρονικό αυτής της συνεργασίας;

Το τραγούδι αυτό το έγραψα σχεδόν κατά παραγγελία ενός παλιού  φίλου του Μάνου του Ξυδούς , ο οποίος τότε δούλευε στη δισκογραφική εταιρεία MINOS EMI.

Ένα καλοκαίρι λοιπόν, Αύγουστο του 1994,  ήρθε σπίτι μου (τότε έμενα εδώ πιο κάτω, στην Ερατοσθένους ) και μου ζήτησε να γράψω ένα τραγούδι για ένα άγνωστο τότε συγκρότημα που είχε κάνει ήδη έναν δίσκο, ο οποίος όμως δεν είχε πάει πολύ καλά (ήταν οι Πυξ Λαξ) και η εταιρεία ετοιμαζόταν να τους διώξει. Έκατσα και έγραψα μέσα σε δυο βράδια το  » Ανόητες αγάπες» , πήγα στο στούντιο,  το έγραψα, το τραγουδήσαμε μαζί και έτσι »γεννήθηκε» αυτή η συνεργασία.

 Μια άγνωστη ιστορία που δεν έχετε μοιραστεί ποτέ για κάποιο από τα τραγούδια σας;

Θα σας πω μια ιστορία που αφορά το τραγούδι »Υπόγειο», το οποίο υπάρχει στον πρώτο μας δίσκο τα »Ζεστά Ποτά». Ήταν Χριστούγεννα του 1980, και  μετά από πολλές περιπλανήσεις είχα βρεθεί στην Αθήνα περιμένοντας να απολυθώ από το στρατό, μετά από 3 μήνες. Ένα απαίσιο πρωί, σε ένα απαίσιο στρατόπεδο, μου συνέβη ένα μικρό θαύμα.  Υπηρετούσα  στη σχολή Ευελπίδων στη γραμματεία, όπου ανάμεσα στις άλλες υποχρεώσεις μου (σκοπιές και τέτοια)  ήταν  να παραλαμβάνω την αλληλογραφία και να τη μοιράζω στους αξιωματικούς και τους καθηγητές της σχολής. Ένα πρωί, ήρθε το ταχυδρομείο και ανάμεσα στους εκατοντάδες φακέλους, στις επιστολές και διάφορα έγγραφα που έπρεπε  να ταξινομήσω και να παραδώσω, έπεσε στα χέρια μου και ένα παλιό λογοτεχνικό περιοδικό  η »Νέα Εστία», ένα πολύ σοβαρό και έγκυρο έντυπο, που κυκλοφορούσε από τη δεκαετία του `30.

Ξεφυλλίζοντάς το βιαστικά, έπεσε το μάτι μου σε μια σελίδα, όπου υπήρχε ένα ποίημα , το »Υπόγειο», της Ρίτας Μπούμη-Παππά. Το διάβασα βιαστικά, έσκισα τη σελίδα και την έβαλα στην τσέπη μου. Μετά από 2- 3 μέρες που είχα έξοδο, είδα το Χάρη, (ο οποίος κατά σύμπτωση είχε  γυρίσει πριν μια βδομάδα από το Δ.Βερολίνο για να κάνει Χριστούγεννα μαζί μας). Του έδωσα το ποίημα και του είπα »για κοίταξε εδώ, αυτό μπορεί να σε ενδιαφέρει». Στην επόμενη έξοδό μου, όταν ξανασυναντηθήκαμε , μου είπε »έλα ελα σου έχω μια έκπληξη».Πήγαμε στην ταράτσα, στο παλιό φοιτητικό  μας δωμάτιο, πήρε την κιθάρα και μου έπαιξε το Υπόγειο, όπως το ξέρετε.

Αν δεν άνοιγα τυχαία το περιοδικό και αν τυχαία δεν έπεφτε το μάτι μου στη σελίδα, δε θα υπήρχε το τραγούδι, ούτε εμείς θα το είχαμε γράψει, ούτε εσείς θα το είχατε  ακούσει ποτέ. Απλά δε θα υπήρχε. Αν δεν είναι τυχαίο, σίγουρα είναι μεταφυσικό όλο αυτό που συνέβη. Έτσι τουλάχιστον το νιώθω εγώ.

Ποια ήταν η Ρίτα;

Η Ρίτα ήταν η ηρωίδα ενός σίριαλ των αρχών του 80, που παρακολουθούσε ο Χάρης μαζί με τη μάνα μου, γιατί αφορούσε την ιστορία μιας παλαβής 18χρονης η οποία είχε μια γελοία σχέση με έναν  45αρη. Το Ριτάκι ήταν η Λίλα Καφαντάρη, μια πανέμορφη κοπελίτσα και ο σαρανταπεντάρης που ήταν ερωτευμένος μαζί της (και η Ρίτα τον βασάνιζε) ήταν ο εμβληματικός Νικήτας Τσακίρογλου.

Το σίριαλ  ήταν κωμικοτραγικό, αυτό που λέμε τραγέλαφος. Είχε πολύ πλάκα κι ο Χάρης το παρακολουθούσε με τη μάνα μου μετά μανίας. Από ‘κει προέκυψε και η ιστορία και οι ήρωες του τραγουδιού. Από αυτό το σίριαλ.

Το τραγούδι «Μια βραδιά στο Λούκι» αφορά κάποια αληθινή ιστορία. Σωστά; Μπορείτε να μας την πείτε;

Να ένα ακόμα τραγούδι που ξεκίνησε από μια αληθινή ιστορία. Με δυο λόγια εκείνη τη χρονιά το 1980 (που εγώ ήμουν φαντάρος)   ο Χάρης σύχναζε  σε ένα μπαρ στο Κολωνάκι, το οποίο είχε πρωτοανοίξει , και μάλιστα ήταν  από τα ελάχιστα που υπήρχαν τότε στην Αθήνα. Λεγόταν το «Λούκι». Εκεί λοιπόν, ένα βράδυ μπήκε μια κοπέλα, την κοίταξε ο Χάρης, τον κοίταξε αυτή και δεν ξέρω τι και πώς ακριβώς έγινε, γυρίζει και λέει του Νίκου του Ζιώγαλα »ο τύπος μου Νικόλα» .

Ε, από ΄δω, από ‘κει, το πράγμα δεν κατέληξε πουθενά, αλλά ο Χάρης γύρισε σπίτι και από το νταλκά του έγραψε το τραγούδι »Μια βραδιά στο Λούκι », το οποίο τραγούδησα εγώ το 1982 στους δεύτερους  μουσικούς αγώνες που διοργάνωνε  ο Μάνος Χατζιδάκις στην Κέρκυρα. Μια κιθάρα, μια φωνή, μια φυσαρμόνικα. Τρίτο βραβείο ο Παναγιώτης. Το  τραγούδι ήταν  το μοναδικό, από εκείνα τα 24 που είχαν συναγωνιστεί,  που παιζόταν στο ραδιόφωνο μέχρι το ’85 όταν  βγήκαν τα Ζεστά Ποτά. Αυτή είναι η ιστορία. Ο Χάρης , ο Νικόλας και »ο τύπος μου Νικόλα» , η κοπελίτσα, που αργότερα μάθαμε ότι λεγόταν Ρενέ.

Με ποιο κριτήριο διαλέξατε να πείτε ένα παραδοσιακό τραγούδι, όπως είναι το Αμοργιανό μου πέραμα;

Η μουσική παιδεία  των πιτσιρακάδων της εποχής μου, δηλαδή της δεκαετίας του ’50 και του ’60,  ήταν κυρίως το ραδιόφωνο. Από εκεί αγαπήσαμε το λαϊκο τραγούδι (που τότε ήταν στις  μεγάλες του δόξες), Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Ζαμπέτας, Παπαιωάννου, Καλδάρας κι οι υπόλοιποι γίγαντες. Έτσι αγαπήσαμε και το δημοτικό τραγούδι που επίσης τότε παιζόταν πολύ συχνά.  Κι όταν ήρθε η ώρα, εκεί στα 15 μας, άρχισε να παίζει  το ραδιόφωνο αυτό που αγαπήσαμε ίσως περισσότερο από όλα, αυτό που τότε ονομάζαμε σκέτο »ροκ». Με αυτά  μεγαλώσαμε και τα αγαπάμε εξίσου όλα, και το λαϊκό και το δημοτικό τραγούδι μας και  το ροκ. Το »Αμοργιανό μου πέραμα» ήταν ένα τραγούδι, που παίζαμε με το Χάρη με  κιθάρες, από 16 χρονών. Από πού το ξέραμε; Από  το ραδιόφωνο φυσικά. Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα και το δισκογραφήσαμε. Έτσι, καθαρά από κέφι κι από νταλκά. Τίποτα αλλο. Ηταν εντελώς απροσδόκητο, γιατί κανείς δεν περίμενε από εμάς ότι θα τραγουδούσαμε ένα τέτοιο τραγούδι κι όμως ήταν μάλλον καλή έκπληξη για όλους, γιατί αγαπήθηκε πολύ.

Υπάρχουν τραγούδια που γράφτηκαν με έμπνευση τις γειτονιές που μεγαλώσατε; Και αν ναι ποια;

Φυσικά και υπάρχει. Δεν έχετε παρά να ακούσετε το «‘Σήματα Μορς». Είναι ένα τραγούδι από το δεύτερο δίσκο μας »Οταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις »  και μιλάει για το Μπραχάμι εκείνης της εποχής.

Αυτό τον χειμώνα τι ετοιμάζετε;

Φέτος το χειμώνα, στις 18 Ιανουαρίου του 2020, θα ξεκινήσω να κάνω 5 εμφανίσεις  σε ένα μουσικό χώρο που λέγεται ILION plus,  Κοδριγκτώνος 17.Θα είμαι μαζί με το Β.Καζούλλη με τον οποίο τα τρία τελευταία καλοκαίρια κάνουμε μαζί συναυλίες (καλοκαιρινές περιοδείες), θα είναι μαζί μου ένας νέος τραγουδοποιός, ο Δ. Καρράς, και δύο αδέρφια ο Γ. και η Σ. Τσέρου που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αυστραλία. Θα κάνω ένα αφιέρωμα στους Beatles  με τα δυο αυτά παιδιά, που έχουν ένα γκρουπ  τους  Back Pages. Ο λόγος είναι ότι 50 χρόνια πίσω διαλύθηκαν οι Beatles, τον Oκτώβριο του 1969, βγάζοντας τον τελευταίο τους δίσκο, το »Abbey Road»..

Παρεμπιπτόντως οι  Back Pages είχαν τραγουδήσει και πέρσι μαζί μου σε ένα αφιέρωμα που είχα κάνει στον Μπομπ Ντύλαν επί τη ευκαιρία της βράβευσής του με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας (ποίησης).

Φέτος λοιπόν αφιέρωμα στους Beatles, 50 χρονια από την έκδοση του τελευταίου τους δίσκου.

Θα μπορούσατε να βρεθείτε κριτής σε κάποιο talent show;

Δε νομίζω ότι  θα μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά. Δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου και δε μπορώ να κρίνω  δημόσια, ούτε να αποφασίζω για τη ζωή νέων παιδιών, παίζοντας με τα όνειρα και τις προσδοκίες τους. Μου έχει γίνει ήδη δυο, τρεις φορές πρόταση μέσα στα χρόνια, αλλά δε δέχτηκα ποτέ. Δεν ταιριάζει καθόλου στο χαρακτήρα μου.

Πού βρίσκετε την έμπνευση σας;

Δεν ξέρω να σας απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Δεν το έψαξα ποτέ από πού έρχεται η έμπνευση και ούτε θα προσπαθήσω να το μάθω, γιατί φοβάμαι ότι αν το κάνω θα με τιμωρήσει εγκαταλείποντάς με  για πάντα. Αυτό μοιάζει βέβαια λίγο  σαν τους ινδιάνους που φοβόντουσαν τις φωτογραφίες γιατί πίστευαν λέει, ότι αν τους φωτογραφήσεις θα τους κλέψεις  την ψυχή. Με δυο λόγια, είμαι ένας ινδιάνος από το Μπραχάμι.

Με ποιον καλλιτέχνη δεν έχετε συνεργαστεί και θα θέλατε να συνεργαστείτε;

Με έναν περίεργο μεταφυσικό τρόπο, οι καλλιτέχνες που ήθελα να συνεργαστώ ήταν τρεις. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μπομπ Ντύλαν. Τους γνώρισα και συνεργάστηκα και με τους τρεις. Νυν απολύεις τον δούλο  σου Κύριε.

Θα επιστρέφατε στον Άγιο Δημήτριο για μια συναυλία;

Ήδη έπαιξα στο Μπραχάμι το καλοκαίρι του 2017, στον Ασύρματο με τα »Κίτρινα Ποδήλατα». Εννοείται ότι θα έπαιζα και πάλι, με μεγάλη μου χαρά.